Πώς ο Σαμαράς μετατρέπει τη δυσφορία της βάσης της Ν.Δ. σε «πολιορκητικό κριό» κατά του Μαξίμου, απειλώντας την ηγεμονία Μητσοτάκη

Η σιωπηρή νευρικότητα που επικρατεί το τελευταίο διάστημα στις διαδρομές του Ηρώδου Αττικού προδίδει κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή διαχείριση των συνηθισμένων εσωκομματικών κραδασμών.

Οι πυκνές κινήσεις, οι στοχευμένες δημόσιες τοποθετήσεις και ο σταθερός βηματισμός που υιοθετείται ο Αντώνης Σαμαράς δεν συνιστούν μια περιστασιακή διαφοροποίηση ή μια παροδική εσωτερική ένταση, αλλά μια συγκροτημένη, εκ θεμελίων αμφισβήτηση της κυβερνητικής ηγεμονίας.

Χωρίς βιασύνες και θεατρινισμούς, ο πρώην πρωθυπουργός ξεδιπλώνει συστηματικά μια επιθετική ατζέντα, η οποία ξεπερνά τα στενά όρια των παραδοσιακών εθνικών θεμάτων και αγγίζει πλέον τον σκληρό πυρήνα της καθημερινότητας των πολιτών.

Οι παρεμβάσεις του εστιάζουν στις δομικές αδυναμίες της Πολιτικής Προστασίας, τις διογκούμενες εργασιακές ανασφάλειες, αλλά και την ιδεολογική δυσφορία μιας εκτεταμένης συντηρητικής βάσης απέναντι στις θεσμικές αλλαγές για την οικογένεια.

Με αυτόν τον τρόπο, διεξάγεται ένας συστηματικός πόλεμος φθοράς που αποδίδει βήμα-βήμα το κεντρικό αφήγημα που πασχίζει να διατηρήσει το Μέγαρο Μαξίμου, αναδεικνύοντας το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην κυβερνητική ρητορική και την πραγματική κοινωνική αίσθηση.

Στο επίκεντρο της κυβερνητικής αγωνίας βρίσκεται μια τεράστια δεξαμενή περισσότερων από ένα εκατομμύριο ψηφοφόρων , οι οποίοι στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις επέλεξαν την αποχή ή αποστασιοποιήθηκαν σταδιακά από τη Νέα Δημοκρατία.

Η επιβολή της ληστρικής τεκμαρτής φορολόγησης στους ελεύθερους επαγγελματίες, η ανεξέλεγκτη και επίμονη ακρίβεια που καλπάζει στην αγορά, καθώς και η γενικευμένη αίσθηση ότι το κυβερνών κόμμα απώλεσε τις ιδεολογικές του ρίζες, έχουν δημιουργήσει ένα βαρύ κύμα. δυσαρέσκειας.

Απέναντι σε αυτή τη συσσωρευμένη οργή, η τακτική των προσώπων επικοινωνιακών πακέτων και των αποσπασματικών επιδομάτων δείχνει να ξεχωρίζει τα όριά της, καθώς ο Αντώνης Σαμαράς επιδιώκει να προσφέρει μια στέρεη και συγκροτημένη πολιτική διέξοδο .

Η διαφαινόμενη συγκρότηση ενός νέου δεξιού πολιτικού φορέα υπό την καθοδήγηση ενός πρώην πρωθυπουργού αλλάζει ριζικά τους όρους του παιχνιδιού. Αφαιρείται από τους κυβερνώντες στρατόπεδο το μέχρι τώρα εκβιαστικό δίλημμα της «κυβερνησιμότητας» , το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για τη συσπείρωση των συντηρητικών ψηφοφόρων.

Παράλληλα, οι δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο πλευρές έχουν διαρραγεί οριστικά, καθιστώντας κάθε σενάριο εσωτερικού συμβιβασμού ή εκτόνωσης της κρίσης παντελώς εξωπραγματικό.

Την ίδια στιγμή, στους διαδρόμους της εξουσίας καταγράφεται ένας επικίνδυνος διχασμός ως προς την εκτίμηση της κατάστασης. Από τη μία πλευρά, ορισμένοι επιχειρούν συστηματικά να υποβαθμίσουν το εγχείρημα, υποστηρίζοντας αμετανόητα ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν επηρεάζει ουσιαστικά τους παραδοσιακούς «γαλάζιους» ψηφοφόρους.

Από την πλευρά, πιο έμμετρη και αναλυτή άλλη αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για μια πραγματικά ασύμμετρη απειλή.

Η κυβερνητική παράταξη, εγκλωβισμένη συχνά στην αλαζονεία της αποτελεσματικότητας, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα. Η συσπειρωτική της δύναμη έχει υποστεί σοβαρά ρήγματα, και ο εφιάλτης μιας υποχώρησης των εκλογικών των ποσοστών σε επίπεδα κάτω από το ψυχολογικό όριο του 25% είναι πιο ορατός από ποτέ.

Η πολιτική γεωγραφία αναδιατάσσεται πλέον με ταχύτητα. Η ουσιαστική και αποτελεσματική πίεση που ασκείται στο κυβερνών κόμμα δεν προέρχεται πλέον από την κατακερματισμένη παραδοσιακή αντιπολίτευση, αλλά από τα ίδια τα σπλάχνα της παράταξής του . Η δυσαρέσκεια των συντηρητικών ψηφοφόρων, που αισθάνονται παραγκωνισμένοι και ιδεολογικά άστεγοι από τις επιλογές της σημερινής ηγεσίας, αποκτά ξανά σημείο αναφοράς και πολιτική εκπροσώπηση.

Όσο η κυβέρνηση επιμένει σε τακτικούς , επικοινωνιακή διαχείριση των κρίσεων και μετακύλιση ευθυνών –όπως αποτυπώθηκε ανάγλυφα και στα πρόσφατα γεγονότα με την καταστροφική πυρκαγιά στη Δυτική Αττική– τόσο ενισχύεται το υπόγειο κύμα της αμφισβήτησης.

Το διακύβευμα για το Μέγαρο Μαξίμου ξεπερνά πλέον τη διατήρηση των υψηλών ποσοστών του παρελθόντος και αγγίζει την ίδια πολιτική του επιβίωση σε ένα τοπίο που γίνεται όλο και πιο αβέβαιο. Αν δεν υπάρχει άμεση αλλαγή πλεύσης και ουσιαστική επανασύνδεση με τη λαϊκή βάση, ο κίνδυνος μιας ευρύτερης πολιτικής αποσύνθεσης που θα μετατραπεί από απλή πρόβλεψη σε αναπόδραστη πραγματικότητα για την κυβερνητική παράταξη.

Πηγή: radar.gr