Ελαιόλαδο: Φόβοι για τιμές έως 3,50 ευρώ το κιλό – Ανησυχία στους παραγωγούς για τη νέα σοδειά

Ιδιαίτερα δύσκολη προμηνύεται η νέα ελαιοκομική περίοδος για τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς, καθώς η αυξημένη παραγωγή στις βασικές ελαιοπαραγωγικές χώρες, σε συνδυασμό με τα αποθέματα της προηγούμενης χρονιάς, δημιουργεί πιέσεις στις τιμές του ελαιολάδου. Την ίδια στιγμή, το αυξημένο κόστος παραγωγής και η υποχώρηση της αξίας των εξαγωγών εντείνουν την ανησυχία για το εισόδημα των παραγωγών. Η χρονική σύμπτωση της νέας σοδειάς στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία, τις τρεις σημαντικές χώρες της ευρωπαϊκής ελαιοπαραγωγής, εκτιμάται ότι θα ενισχύσει την προσφορά στην αγορά, δυσκολεύοντας την ανάκαμψη των τιμών. Παράλληλα, σημαντικές ποσότητες ελαιολάδου από την περυσινή παραγωγή παραμένουν αποθηκευμένες, καθώς παραγωγοί και συνεταιρισμοί είχαν επιλέξει να περιμένουν, προσδοκώντας καλύτερες τιμές. Ωστόσο, η εξέλιξη της αγοράς δεν δικαίωσε τις προσδοκίες τους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει παράγοντας του κλάδου, η μετάβαση από τα 9 ευρώ στα 3,50 ευρώ το κιλό αποτελεί μια ιδιαίτερα δυσάρεστη εξέλιξη για τους παραγωγούς, αποτυπώνοντας την έντονη μεταβολή που έχει καταγραφεί στην αγορά του ελαιολάδου.

Υποχώρηση των τιμών παραγωγού κάτω από τα 4 ευρώ

Η πτωτική τάση αποτυπώνεται ήδη στις τιμές παραγωγού για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, οι οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, κυμαίνονται από 3,70 έως 3,90 ευρώ το κιλό. Το επίπεδο αυτό βρίσκεται πλέον κάτω από το όριο των 4 ευρώ, ενώ οι εκτιμήσεις της αγοράς αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω υποχώρησης, ακόμη και στα 3,50 ευρώ το κιλό. Την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι, η τιμή του έξτρα παρθένου ελαιολάδου διαμορφωνόταν στα 4,50 ευρώ το κιλό, γεγονός που αναδεικνύει τη σημαντική μείωση μέσα σε έναν χρόνο. Την ίδια στιγμή, παραμένει άγνωστο το ακριβές μέγεθος των αποθεμάτων από την προηγούμενη ελαιοκομική περίοδο. Παράγοντες της αγοράς, ωστόσο, εκτιμούν ότι οι ποσότητες που δεν έχουν ακόμη διατεθεί δεν είναι αμελητέες, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης.

Μεγάλη παραγωγή σε Ελλάδα και Ισπανία

Η νέα ελληνική παραγωγή ελαιολάδου εκτιμάται ότι θα κυμανθεί μεταξύ 300.000 και 330.000 τόνων, ενώ η συγκομιδή έχει ήδη ξεκινήσει σε αρκετές περιοχές της χώρας. Την ίδια ώρα, η ισπανική παραγωγή αναμένεται να ξεπεράσει το 1,5 εκατομμύριο τόνους, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται για τα τέλη Αυγούστου, τα αποθέματα στην Ισπανία ανέρχονταν σε περίπου 400.000 τόνους. Η αυξημένη διαθεσιμότητα προϊόντος από τις δύο χώρες, σε συνδυασμό με την παραγωγή της Ιταλίας, δημιουργεί ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού. Για τους Έλληνες παραγωγούς, η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστική για τις τιμές που θα διαμορφωθούν κατά τη διάρκεια της νέας περιόδου.

Μείωση 19,3% στην αξία των εξαγωγών ελαίων και λιπών

Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί η υποχώρηση της αξίας των ελληνικών εξαγωγών στην κατηγορία «έλαια και λίπη», παρά το γεγονός ότι ο όγκος των εξαγωγών φέρεται να παραμένει σταθερός. Σύμφωνα με στοιχεία του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, κατά το διάστημα Ιανουαρίου – Αυγούστου 2026 η αξία των εξαγωγών της συγκεκριμένης κατηγορίας μειώθηκε κατά 19,3%, υποχωρώντας στα 569,9 εκατ. ευρώ από 706 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Μόνο τον Αύγουστο, η μείωση έφτασε το 26,6%. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τη σημαντική υποχώρηση των εξαγωγικών εσόδων, εντείνοντας τον προβληματισμό για την πορεία του κλάδου το επόμενο διάστημα.

Αυξημένο κόστος και πιεσμένο εισόδημα

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ελαιοπαραγωγοί καλούνται να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τις χαμηλότερες τιμές πώλησης, αλλά και το αυξημένο κόστος για τη συγκομιδή, τη μεταφορά και τη συγκέντρωση του ελαιοκάρπου. Ο συνδυασμός της μεγάλης προσφοράς, των αποθεμάτων και των αυξημένων δαπανών δημιουργεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό σκηνικό για τη νέα ελαιοκομική περίοδο. Το κρίσιμο ζητούμενο για τους παραγωγούς είναι εάν οι τιμές θα μπορέσουν να διατηρηθούν σε επίπεδα που να καλύπτουν το κόστος καλλιέργειας και να εξασφαλίζουν ένα βιώσιμο εισόδημα.