Διπλή θηλιά στη ναυτιλία: Ορμούζ και Ερυθρά Θάλασσα ανεβάζουν τον ενεργειακό λογαριασμό

Η απειλή των Χούθι ακυρώνει τη «βαλβίδα ασφαλείας» των σαουδαραβικών εξαγωγών – Προβλήματα στα διυλιστήρια, έλλειψη ντίζελ και ακριβό LNG συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό ενόψει του χειμώνα.

Η θάλασσα εξελίσσεται στον πιο αδύναμο κρίκο της παγκόσμιας ενεργειακής αλυσίδας. Την ώρα που η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ παραμένει υπό πίεση, η επιστροφή της απειλής των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα βάζει στο κάδρο και τη δεύτερη βασική έξοδο των ενεργειακών φορτίων της Μέσης Ανατολής προς τις διεθνείς αγορές.

Για τη ναυτιλία, η νέα πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα σύνθετη. Tankers και πλοία μεταφοράς ενεργειακών φορτίων καλούνται να επιχειρούν σε ένα περιβάλλον όπου δύο στρατηγικά θαλάσσια περάσματα μπορούν ταυτόχρονα να επηρεαστούν από στρατιωτικές επιχειρήσεις. Και όσο αυξάνεται η αβεβαιότητα γύρω από την ασφαλή μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κόστος που ενσωματώνεται στην τελική τιμή της ενέργειας.

Η αντίδραση των αγορών ήταν άμεση. Το Brent έφθασε στα 100,69 δολάρια το βαρέλι, καθώς η προοπτική αποκλιμάκωσης που είχε δημιουργηθεί μετά την εκεχειρία της 17ης Ιουνίου έδωσε τη θέση της σε ένα νέο κύμα ανησυχίας.

Η Σαουδική Αραβία διαθέτει ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα απέναντι στον κίνδυνο του Ορμούζ: μπορεί να διοχετεύει μέρος των πετρελαϊκών ροών προς τις δυτικές ακτές της και από εκεί, μέσω Ερυθράς Θάλασσας, στις διεθνείς αγορές.  Η διαδρομή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους έντασης στον Περσικό Κόλπο, καθώς μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντάμπ διακινούνται καθημερινά περίπου 4-5 εκατ. βαρέλια πετρελαίου.

Οι απειλές των Χούθι κατά των σαουδαραβικών εξαγωγών αλλάζουν όμως τα δεδομένα. Μετά και τα χτυπήματα σε δύο πετρελαιοφόρα, η αγορά βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο η εναλλακτική διαδρομή του Ορμούζ να μετατραπεί και αυτή σε ζώνη αυξημένου κινδύνου.

Έτσι, το πρόβλημα για την παγκόσμια οικονομία δεν περιορίζεται στο πόσο πετρέλαιο παράγεται στη Μέση Ανατολή. Μεταφέρεται στο εάν και με ποιους όρους μπορεί αυτό το πετρέλαιο να ταξιδέψει.

Η επόμενη στενότητα βρίσκεται στα διυλιστήρια

Πίσω από τη γεωπολιτική κρίση των θαλάσσιων οδών αναπτύσσεται ταυτόχρονα μια δεύτερη απειλή. Η διεθνής αγορά αρχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα στη μετατροπή του διαθέσιμου αργού σε βενζίνη, ντίζελ και άλλα προϊόντα.

Οι ζημιές σε εγκαταστάσεις διύλισης της Μέσης Ανατολής συμπίπτουν με περιορισμό της κινεζικής παραγωγής κατά περίπου 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Το Πεκίνο περιορίζει παράλληλα τις εξαγωγές προϊόντων, επιδιώκοντας να θωρακίσει την εγχώρια αγορά.

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι εξελίξεις στη Ρωσία. Οι ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ενεργειακών υποδομών έχουν θέσει εκτός λειτουργίας δέκα ρωσικά διυλιστήρια, ενώ οι εξαγωγές έχουν περιοριστεί.

Η επίπτωση γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στο ντίζελ, καθώς η Ρωσία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα παγκοσμίως και αντιστοιχεί περίπου στο 11% της διεθνούς ζήτησης.

Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά όπου το διαθέσιμο αργό δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε διαθέσιμο καύσιμο. Η παγκόσμια δυναμικότητα διύλισης βρίσκεται περίπου 8,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως χαμηλότερα σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.

Αυτό εξηγεί και γιατί το ντίζελ έχει αποσυνδεθεί σε σημαντικό βαθμό από την πορεία του ίδιου του πετρελαίου. Μεταξύ 17 Ιουνίου και 23 Ιουλίου, η διεθνής τιμή Platts του πετρελαίου κίνησης ενισχύθηκε κατά 53,6%, όταν η αντίστοιχη αύξηση της βενζίνης ήταν 29% και του Brent 26%.

Το τρίτο μέτωπο έρχεται από το LNG

Η ενεργειακή πίεση δεν σταματά στα πετρελαιοειδή. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη και με μια δυσμενή συγκυρία στην αγορά φυσικού αερίου, ακριβώς την περίοδο κατά την οποία πρέπει να δημιουργήσει το απόθεμα του επόμενου χειμώνα.

Η τιμή του TTF έχει ξεπεράσει τα 63 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ μετά την εκεχειρία είχε κινηθεί κοντά στα 40 ευρώ και πριν από τον πόλεμο περίπου στα 31 ευρώ.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το μήνυμα της προθεσμιακής αγοράς. Οι τιμές παραμένουν πάνω από τα 60 ευρώ/MWh μέχρι τον Ιανουάριο του 2027, γεγονός που δείχνει ότι οι traders δεν ποντάρουν σε γρήγορη επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα.

Και η Ευρώπη δεν έχει μεγάλα περιθώρια αναμονής. Οι αποθήκες φυσικού αερίου, που είχαν πέσει στο 28% τον Απρίλιο, βρίσκονται σήμερα περίπου στο 54%, σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον εποχικό ιστορικό μέσο όρο.

Αυτό σημαίνει ότι τους επόμενους μήνες η Ευρώπη θα πρέπει να διεκδικήσει σημαντικές ποσότητες LNG στη διεθνή αγορά, πληρώνοντας υψηλότερες τιμές και αυξάνοντας ταυτόχρονα τη σημασία της θαλάσσιας μεταφοράς φυσικού αερίου.

Στην Ελλάδα, η διεθνής κρίση έχει ήδη αρχίσει να περνά στην πραγματική οικονομία. Στις 23 Ιουλίου η μέση τιμή του πετρελαίου κίνησης έφθασε τα 1,998 ευρώ το λίτρο, ξεπερνώντας οριακά τη βενζίνη στα 1,996 ευρώ. Σε τουριστικές περιοχές το όριο των δύο ευρώ έχει ήδη παραβιαστεί.

Η μεγαλύτερη απειλή προέρχεται από το ντίζελ, καθώς η τιμή του επηρεάζει ολόκληρη την αλυσίδα μεταφορών και logistics και μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ανατιμήσεων σε προϊόντα και υπηρεσίες.

Στο μέτωπο του ηλεκτρικού ρεύματος, η εικόνα είναι επίσης επιβαρυμένη. Η χονδρεμπορική αγορά κινείται τον Ιούλιο περισσότερο από 22% πάνω από τα επίπεδα του Ιουνίου, προδιαγράφοντας πιέσεις στα κυμαινόμενα τιμολόγια.

Το κρίσιμο στοιχείο της σημερινής συγκυρίας είναι ότι οι διαφορετικές εστίες κρίσης αρχίζουν να λειτουργούν ταυτόχρονα. Το Ορμούζ περιορίζει την προβλεψιμότητα των ενεργειακών ροών από τον Περσικό Κόλπο, οι Χούθι βάζουν ξανά την Ερυθρά Θάλασσα στην εξίσωση, τα προβλήματα στα διυλιστήρια στενεύουν την προσφορά προϊόντων και η Ευρώπη επιστρέφει επιθετικά στην αγορά LNG για να γεμίσει τις αποθήκες της.

Η ναυτιλία βρίσκεται ακριβώς στη μέση αυτού του ενεργειακού παζλ. Και όσο οι θαλάσσιες αρτηρίες της ενέργειας μετατρέπονται από δεδομένες διαδρομές σε γεωπολιτικές μεταβλητές, τόσο η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας παύει να είναι αποκλειστικά ναυτιλιακό ζήτημα και γίνεται παράγοντας που καθορίζει το κόστος ενέργειας για ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.

Πηγή: newmoney.gr