Έγκλημα στη Φοινικούντα: Μαραθώνιες απολογίες 14 ωρών των δύο 22χρονων και η αινιγματική σκιά του φυσικού αυτουργού παραμένει

Μετά την αλλαγή του κατηγορητηρίου για τη διπλή δολοφονία στη Φοινικούντα από την Ανακρίτρια που χειρίζεται την υπόθεση, η δικαστικός λειτουργός έφτασε στο συμπέρασμα ότι ο εκτελεστής ήταν ο 22χρονος που αρχικά είχε παραδοθεί ως συνεργός. Χθες τόσο ο ίδιος όσο και ο συνομήλικος του οδηγήθηκαν στο δικαστικό Μέγαρο της Καλαμάτας προκειμένου να δώσουν επιπλέον εξηγήσεις και να απαντήσουν σε νέα ερωτήματα της ανακρίτριας.

Κάτι περισσότερο από δεκατέσσερις ώρες παρέμειναν στα δικαστήρια της Καλαμάτας οι δύο 22χρονοι, στο πλαίσιο των συμπληρωματικών τους απολογιών. Σύμφωνα με πληροφορίες, πραγματοποιήθηκε και κατ’ αντιπαράσταση εξέταση, ενώ με τη σύμφωνη γνώμη Εισαγγελέα και Ανακρίτριας αποφασίστηκε η συνέχιση της προφυλάκισής τους. Παρά τη μακρά διαδικασία, παραμένει ανοιχτό το κρίσιμο ερώτημα για το ποιος ήταν εκείνος που πυροβόλησε, με την ανάκριση να συνεχίζεται.

Οι δύο νεαροί είναι εκείνοι που μετέβησαν στο κάμπινγκ με μηχανή το μοιραίο βράδυ της 5ης Οκτωβρίου, όταν έχασαν τη ζωή τους ο ιδιοκτήτης και ο επιστάτης. Η πρώτη ουσιαστική ανατροπή στην υπόθεση αφορούσε τον 22χρονο συνεπιβάτη, ο οποίος αρχικά εμφανιζόταν ως συνεργός.

Ωστόσο, έπειτα από τα στοιχεία που προέκυψαν μέσα από τη μακρόχρονη έρευνα της Ανακρίτριας, όπως απολογίες, τηλεφωνικές διασυνδέσεις, επικοινωνίες και βιντεοληπτικό υλικό, το κατηγορητήριο άλλαξε και πλέον αντιμετωπίζει την κατηγορία της φυσικής αυτουργίας.

Ο Χ.Τ., αναθεωρώντας ουσιαστικά μεγάλο μέρος όσων είχε υποστηρίξει στις δύο πρώτες απολογίες του, κλήθηκε να απαντήσει σε σειρά κρίσιμων ερωτημάτων για περισσότερες από επτάμισι ώρες ενώπιον της Ανακρίτριας Καλαμάτας, η οποία χειρίζεται με μεθοδικότητα τη συγκεκριμένη πολύκροτη υπόθεση. Στην απολογία του αρχικά υποστήριξε ότι παγιδεύτηκε, ενώ στη συνέχεια δήλωσε μετανιωμένος για όσα είχε καταθέσει στο παρελθόν, τονίζοντας πως ο φίλος του δεν είχε καμία εμπλοκή σε όσα του είχε αποδώσει.

Παράλληλα, συνέχισε να ισχυρίζεται ότι μετά το συμβάν έφυγε με τα πόδια, πέρασε τη νύχτα στο δάσος και στη συνέχεια έφθασε στην Καλαμάτα, από όπου με τα ΚΤΕΛ επέστρεψε στην Αθήνα. Χαρακτηριστική φέρεται να ήταν η αναφορά του, στις επίμονες ερωτήσεις τις ανακρίτριας, για το ποιος πυροβόλησε λέγοντας: «δεν μπορώ να απαντήσω γιατί φοβάμαι για τη ζωή μου και τη ζωή της οικογένειας μου».

Την ίδια στιγμή, αρνήθηκε ότι είχε στην κατοχή του όπλο και υποστήριξε ότι δεν εισήλθε στον χώρο της ρεσεψιόν, δηλαδή στη σκηνή του εγκλήματος. Η ανακρίτρια σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες τους ρώτησε αν γνωρίζουν για την εμπλοκή άλλου ατόμου στην υπόθεση με τον πρώτο να επαναλαμβάνει «φοβάμαι να μιλήσω» και τον δεύτερο να απαντά «που να ξέρω;»

Για την υπόθεση τοποθετήθηκε και ο συνήγορός του, Νίκος Αλερτάς, ενώ η δικαστική διερεύνηση συνεχίζεται, με όλα τα ενδεχόμενα να παραμένουν ανοιχτά και το μυστήριο γύρω από τον φυσικό αυτουργό να εξακολουθεί να απασχολεί τις ανακριτικές αρχές.

Αργά το βράδυ, λίγο μετά τις 21:00, ενώπιον της Ανακρίτριας Καλαμάτας βρέθηκε και ο δεύτερος 22χρονος κατηγορούμενος για τη διπλή δολοφονία στη Φοινικούντα, με την απολογία του να διαρκεί επίσης πολλές ώρες. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε σε κλίμα έντασης, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης ανακριτικής διερεύνησης της πολύκροτης υπόθεσης.

Για την απολογία του εντολέα του προχώρησε σε δηλώσεις και ο συνήγορός του, Δημήτρης Γκαβέλας, ενώ η υπόθεση παραμένει σε πλήρη εξέλιξη, με τις ανακριτικές αρχές να συνεχίζουν τη σύνθεση των στοιχείων σε μια δικογραφία που χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και διαδοχικές ανατροπές.

Ο οδηγός του σκούτερ που πέρασε δεύτερος το κατώφλι της Ανακρίτριας, δήλωσε ανακουφισμένος που έστω και τώρα, από την ομολογία του φίλου του, ξεκαθαρίστηκε ότι δεν είναι αυτός ο εκτελεστής, προσθέτοντας ότι από την πρώτη στιγμή έλεγε ότι δεν μπήκε στο κάμπινγκ και ο ρόλος του ήταν μόνο συνοδευτικός χωρίς να γνωρίζει τα σχέδια και τους πρωταγωνιστές αυτού του διπλού στυγερού εγκλήματος.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο νεαρός δεν διαφοροποιήθηκε από την αρχική του κατάθεση, επιμένοντας ότι ο ρόλος του ήταν αποκλειστικά επικουρικός. Υποστήριξε πως μετέφερε τον φίλο του στο σημείο, γνωρίζοντας –όπως είπε– μόνο ότι επρόκειτο να ασκήσουν πίεση στον ιδιοκτήτη του κάμπινγκ. Παράλληλα, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι εισήλθε στον χώρο του κάμπινγκ, αποστασιοποιούμενος πλήρως από τη σκηνή του εγκλήματος.

Η στάση του έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα δεδομένα της δικογραφίας και τις μεταβολές που έχουν ήδη επέλθει στο κατηγορητήριο του συγκατηγορούμενού του, γεγονός που διατηρεί έντονο το ανακριτικό ενδιαφέρον και αφήνει ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα για τον επιμερισμό των ευθυνών.

Η δικογραφία πάντως παραμένει ανοιχτή καθώς υπάρχουν ακόμα σημεία που δεν έχουν πλήρως φωτιστεί.