Καταγγελία Αγροτικού Συλλόγου Χανδρινού για εκμετάλλευση των ελαιοπαραγωγών και αυθαίρετες μειώσεις τιμών

Σοβαρές καταγγελίες για οργανωμένη και συστηματική εκμετάλλευση του κόπου των ελαιοπαραγωγών από εμπόρους και μεσάζοντες φέρνει στο προσκήνιο ο Αγροτικός Σύλλογος Χανδρινού, κάνοντας λόγο για πρακτικές που οδηγούν σε οικονομική ασφυξία τον πρωτογενή τομέα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Συλλόγου, έμποροι προχωρούν σε αυθαίρετες μειώσεις στις τιμές του ελαιολάδου, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την οξύτητα, χωρίς, όπως καταγγέλλεται, να υπάρχουν αντικειμενικά και τεκμηριωμένα δεδομένα που να δικαιολογούν τις περικοπές. Το αποτέλεσμα είναι οι παραγωγοί να οδηγούνται σε αναγκαστικό ξεπούλημα της παραγωγής τους, υπό συνθήκες πίεσης και αβεβαιότητας.

Ο Αγροτικός Σύλλογος Χανδρινού επισημαίνει ότι οι πρακτικές αυτές δεν πλήττουν μόνο το εισόδημα των ελαιοπαραγωγών, αλλά υπονομεύουν συνολικά τη διαφάνεια και τη λειτουργία της αγοράς ελαιολάδου. Πρόκειται, όπως τονίζεται, για φαινόμενα που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα από τους παραγωγούς και απαιτούν θεσμική παρέμβαση.

Οι καταγγελίες χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα σοβαρές και, όπως επισημαίνεται, χρήζουν άμεσης διερεύνησης από τους αρμόδιους κρατικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς. Οι υπηρεσίες αυτές καλούνται να διασφαλίσουν τόσο την προστασία των ελαιοπαραγωγών από φαινόμενα κερδοσκοπίας, όσο και την προάσπιση των συμφερόντων των καταναλωτών, σε μια αγορά που παραμένει ευάλωτη σε αδιαφανείς πρακτικές.

Αναλυτικά η ανακοίνωση του Αγροτικού Συλλόγου Χανδρινού:

Οι ελαιοπαραγωγοί βρισκόμαστε για ακόμη μία χρονιά αντιμέτωποι με μια οργανωμένη και συστηματική εκμετάλλευση του κόπου μας. Με πρόσχημα την οξύτητα, οι έμποροι και οι μεσάζοντες επιβάλλουν αυθαίρετες μειώσεις στις τιμές του ελαιολάδου, παρότι το προϊόν μας είναι νόμιμα και ουσιαστικά έξτρα παρθένο. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι σαφής: έξτρα παρθένο ελαιόλαδο θεωρείται αυτό με οξύτητα έως 0,8. Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη η τιμή αρχίζει να μειώνεται από το 0,4 και πάνω, το λάδι υποβαθμίζεται εμπορικά και ο παραγωγός οδηγείται σε ξεπούλημα.

Αυτή η πρακτική δεν αποτελεί ποιοτικό έλεγχο, αλλά καθαρό εμπορικό εκβιασμό. Η οξύτητα μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης, ενώ αγνοούνται σκόπιμα τα υπόλοιπα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελαιολάδου, όπως η οργανοληπτική του αξία, οι πολυφαινόλες και οι υπόλοιποι χημικοί δείκτες. Με τον τρόπο αυτό, όλο το ρίσκο της αποθήκευσης, της διάθεσης και των διακυμάνσεων της αγοράς μεταφέρεται στον αγρότη, ο οποίος συχνά δεν έχει τη δυνατότητα να περιμένει και αναγκάζεται να πουλήσει σε εξευτελιστικές τιμές.

Οι έμποροι πληρώνουν μόνο ελάχιστες ποσότητες που χαρακτηρίζουν ως «premium» και πιέζουν προς τα κάτω το σύνολο της υπόλοιπης παραγωγής, επιβάλλοντας κλιμακωτές τιμές που δεν προβλέπονται από καμία νομοθεσία. Έτσι, το λάδι αγοράζεται φθηνά από τον παραγωγό και καταλήγει να πωλείται ακριβά στην αγορά και στις εξαγωγές, με τα κέρδη να συγκεντρώνονται σε λίγους και τις ζημιές να φορτώνονται στους πολλούς.

Καταγγέλλουμε την τεχνητή υποβάθμιση του έξτρα παρθένου ελαιολάδου, την αυθαίρετη κλιμακωτή τιμολόγηση με βάση έναν μόνο δείκτη και τη μετατροπή της οξύτητας σε εργαλείο κερδοσκοπίας. Απαιτούμε δίκαιες τιμές για όλο το ελαιόλαδο , και διαφάνεια στις εμπορικές πρακτικές. Το ελαιόλαδο δεν είναι χρηματιστηριακό προϊόν· είναι κόπος, γη και επιβίωση χιλιάδων αγροτικών οικογενειών, και δεν θα δεχτούμε να πληρώνουμε εμείς τα κέρδη των εμπόρων.

Στο μικροσκόπιο της Eπιτροπής Aνταγωνισμού οι τιμές του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου

Δεν πρόκειται απλώς για μια κακή σοδειά, ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην κλιματική κρίση ή στον λεγόμενο εισαγόμενο πληθωρισμό. Οι δύο εκτενείς ερευνητικές μελέτες που έδωσε στη δημοσιότητα η Επιτροπή Ανταγωνισμού για τη διεθνή και την ελληνική αγορά του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου φωτίζουν έναν πολύ πιο σύνθετο μηχανισμό, ο οποίος δεν απλώς ανεβάζει τις τιμές, αλλά τις πολλαπλασιάζει, τις καθυστερεί στην αποκλιμάκωση και τελικά τις παγιώνει.

Στον πυρήνα της πρώτης μελέτης αποκαλύπτεται μια «γεωγραφία ισχύος» στη Μεσόγειο, που απέχει πολύ από την εικόνα μιας ενιαίας και ισότιμης ευρωπαϊκής αγοράς. Αντίθετα, αναδύεται ένα ασύμμετρο σύστημα με σαφώς διακριτούς ρόλους. Η Ισπανία, με παραγωγή που ξεπερνά το μισό της παγκόσμιας ποσότητας ελαιολάδου, λειτουργεί ως ο βασικός διαμορφωτής των τιμών.

Οι ισπανικές τιμές αποτελούν το σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη Μεσόγειο και οι μεταβολές τους μεταδίδονται σχεδόν άμεσα στις υπόλοιπες αγορές. Η Ιταλία δεν καθορίζει τη μακροχρόνια τάση, αλλά δρα ως πολλαπλασιαστής της βραχυχρόνιας μεταβλητότητας. Ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας χύμα ελαιολάδου από Ισπανία και Ελλάδα, το αναμειγνύει, το τυποποιεί και το επανεξάγει παγκοσμίως, μετατρέποντας κάθε σοκ στην προσφορά ή ακόμα και στη φήμη της αγοράς σε έντονες διακυμάνσεις τιμών.

Η Ελλάδα, τέλος, εμφανίζεται ως ο παίκτης που προσαρμόζεται, με τις εγχώριες τιμές να ευθυγραμμίζονται με τις ισπανικές και κάθε απόκλιση να διορθώνεται σχεδόν πάντα προς αυτή την κατεύθυνση.

Κομβικό εύρημα της μελέτης είναι ότι οι ανατιμήσεις δεν ενεργοποιούνται μόνο όταν μειώνεται πραγματικά η παραγωγή. Συχνά ξεκινούν από την προσδοκία της έλλειψης. Σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, μετά από ξηρασίες ή καύσωνες, η αγορά «τιμολογεί» τον φόβο. Κερδοσκοπικές κινήσεις και μαζικές αγορές ενισχύουν τις ανοδικές πιέσεις, δημιουργώντας κύματα μεταβλητότητας που προηγούνται της πραγματικής στενότητας στην προσφορά. Έτσι, οι τιμές ανεβαίνουν νωρίτερα και περισσότερο από όσο θα δικαιολογούσε η τελική εικόνα της σοδειάς.

Σε αυτή τη διεθνή δυναμική προστίθεται ένα καθαρά ελληνικό φίλτρο, αυτό της ανελαστικής προσφοράς. Η ύπαρξη χιλιάδων μικροπαραγωγών, η υψηλή εσωτερική κατανάλωση και η περιορισμένη χρηματοοικονομική οργάνωση της αγοράς σημαίνουν ότι ακόμη και σε περιόδους εκρηκτικής ανόδου των τιμών, η προσφορά δεν αυξάνεται άμεσα. Αποθέματα παραμένουν εκτός αγοράς, η κυκλοφορία «στεγνώνει» και το σοκ αποκτά μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση από ό,τι θα επέβαλλαν μόνο οι διεθνείς εξελίξεις.

Η δεύτερη μελέτη της Επιτροπής Ανταγωνισμού μεταφέρει το μικροσκόπιο στο επίπεδο του ραφιού και δείχνει ότι το διεθνές σοκ δεν περνά αυτούσιο στον καταναλωτή. Στα σούπερ μάρκετ δεν υπάρχει μία ενιαία αγορά ελαιολάδου, αλλά πολλές παράλληλες αγορές που λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες. Οι μεγάλες αλυσίδες δεν μετακυλίουν παθητικά το κόστος, αλλά εφαρμόζουν ενεργητικές στρατηγικές τιμολόγησης, αλλάζοντας σημεία αναφοράς και βαθμούς ευθυγράμμισης ανάλογα με το αν οι τιμές βρίσκονται σε χαμηλά, μεσαία ή υψηλά επίπεδα. Το ελαιόλαδο παύει να είναι απλώς βασικό αγαθό και μετατρέπεται σε εργαλείο εμπορικής πολιτικής.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα ευρείας κυκλοφορίας και εύκολα συγκρίσιμα brands. Εκεί, οι τιμές τείνουν να μεταδίδονται σχεδόν μηχανικά από αλυσίδα σε αλυσίδα, δημιουργώντας ένα άτυπο «κλείδωμα» της αγοράς σε υψηλά επίπεδα. Καμία αλυσίδα δεν έχει κίνητρο να ρίξει πρώτη τις τιμές, με αποτέλεσμα η αποκλιμάκωση να καθυστερεί πολύ περισσότερο από την άνοδο. Το συμπέρασμα είναι σαφές και ενοχλητικό: το πρόβλημα δεν είναι μόνο το χωράφι ή ο καιρός, αλλά μια ολόκληρη αλυσίδα αξίας που έχει μάθει να λειτουργεί με τις ανατιμήσεις ως κανονικότητα.